"Ένα ταξίδι χιλίων μιλίων αρχίζει με ένα βήμα" (Λάο Τσε)

Blog ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ

Γιώτα Λυμπεροπούλου - Ψυχολόγος / Ψυχοθεραπεύτρια

Μιλώντας στα παιδιά για το θάνατο, της Μαριάνθης Σπουργίτη




Στον άνθρωπο παρατηρείται το εξής παράδοξο: ενώ εξυμνεί την γέννηση, όταν πρόκειται για τον θάνατο, προσπαθεί να τον ξορκίσει μέσω της άρνησής του. Η τάση αυτή έχει ως αποτέλεσμα την δημιουργία στερεοτύπων στην συμπεριφορά των ενηλίκων, αναφορικά με το ζήτημα αυτό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της συμπεριφοράς είναι πως τα νεκροταφεία βρίσκονται πάντοτε έξω από τις πόλεις και τα χωριά, σαν μια προσπάθεια να βγάλουμε τον θάνατο από την ζωή μας.

Εκφράσεις όπως «Aς μην πούμε στο παιδί ότι πέθανε, γιατί είναι μικρό και δεν θα καταλάβει» ή «Aς μην του το πούμε τώρα που είναι διακοπές» ή «Aς πούμε ότι έφυγε για ταξίδι» είναι συνηθισμένες από τους ενήλικες, όταν θέλουν να μιλήσουν στα παιδιά για τον θάνατο. Στόχος τους είναι να τα προφυλάξουν. Αλλά να τα προφυλάξουν από τι; Από τον μοναδικό εγγυητή της ζωής, τον θάνατο! Πεθαίνουμε, ακριβώς επειδή υπάρχουμε. Ας μην ξεχνάμε, επιπλέον, πως όσο μικρό και αν είναι ένα παιδί, αντιλαμβάνεται τον θάνατο μέσω της συμπεριφοράς των ενηλίκων, της διάθεσής τους κ.α. Επίσης, δεν πρέπει να αγνοούμε ότι το παιδί είναι ισότιμο μέλος σε μια οικογένεια και δικαιούται να γνωρίζει ό,τι συμβαίνει μέσα σε αυτήν.

Για να προετοιμάσουμε τα παιδιά για το θέμα του θανάτου γενικά ένας αποτελεσματικός τρόπος είναι η βόλτα σε κάποιο νεκροταφείο κατά την διάρκεια των οικογενειακών διακοπών. Μπορούν οι γονείς να επιλέξουν αρχικά το νεκροταφείο του χωριού, το οποίο βρίσκεται μέσα στην φύση, να περιδιαβούν τους τάφους των προγόνων και να εξηγήσουν ποιοι είναι αυτοί. Ακόμη, οι εκδρομές στους αρχαιολογικούς χώρους με τάφους δίνουν την ευκαιρία για εμβάθυνση στο θέμα, καθώς και διάφορα νεκροταφεία-μουσεία ανά τον κόσμο, όπως το Pere Lachaise στο Παρίσι.

Ο θάνατος στη νηπιακή ηλικία

Θεωρείται απαραίτητο να μιλήσουμε στο παιδί για το τι έχει συμβεί τη στιγμή που θα νιώσουμε ότι μπορούμε να το κάνουμε αυτό, χωρίς να ξεσπάσουμε σε κλάματα. Προτιμότερο όλων είναι την ενημέρωση να την δώσει ο γονέας ή ο πλησιέστερος στο παιδί άνθρωπος. Το παιδί είναι προτιμότερο να μην παραβρεθεί στην κηδεία, αλλά να επισκεφτεί τον τάφο συνοδεία του εν ζωή γονέα μετά από ένα εύλογο χρονικό διάστημα, το οποίο θα επιτρέψει το ήρεμο κλίμα. Τα παραμύθια συμβάλλουν αποφασιστικά στην εξοικείωση των παιδιών με την λέξη “θάνατος”. Η κατανόηση, όμως, του νοήματος της λέξης παραμένει περιορισμένη στην φαντασιακή σκέψη αυτής της ηλικίας. Από την άλλη, οφείλουμε να προσέχουμε τις εκφράσεις που χρησιμοποιούμε, διότι τα παιδιά εκλαμβάνουν τα λόγια μας κυριολεκτικά. Εάν δηλαδή πούμε ότι ο παππούς «Έφυγε», το παιδί θα περιμένει την επιστροφή του. Αν επιλέξουμε την έκφραση «Κοιμήθηκε», θα αναμένει το πότε θα ξυπνήσει ή αν «Χάθηκε», θα ευελπιστεί στην ανεύρεσή του. Στην ηλικία των 5-6 ετών επιτρέπεται η συμμετοχή του παιδιού στην διαδικασία της ταφής υπό την προϋπόθεση της συμφωνίας από την πλευρά των παρευρισκομένων ότι θα προσπαθήσουν να διασφαλίσουν την αποφυγή ακραίων εκδηλώσεων.

Ο θάνατος στην παιδική ηλικία

Τα παιδιά από 6-10 περίπου ετών αντιλαμβάνονται τελείως διαφορετικά τον θάνατο. Σε αυτήν την περίοδο, ο θάνατος παίρνει μια επικίνδυνη μορφή, η οποία γεμίζει φόβο και άγχος το παιδί. Ωστόσο, δεν μπορεί να κατανοήσει ούτε την όλη διαδικασία που οδηγεί σε αυτόν, ούτε το πόσο ανεξέλεγκτη είναι από τον άνθρωπο. Για το λόγο αυτό, έχει ανάγκη να αποκτήσει όλες τις σχετικές με το γεγονός πληροφορίες, οδηγώντας σε μια συμπεριφορά κουραστική για τους ενήλικες, που πρέπει με υπομονή να απαντούν. Τα παιδιά αυτής της ηλικίας πολλές φορές νιώθουν ενοχές για τον θάνατο του αγαπημένου τους προσώπου και για αυτό είναι απαραίτητη μια συζήτηση με απλά και κατανοητά λόγια προκειμένου να το αποενοχοποιήσουμε. Η παρουσία του παιδιού στην κηδεία σε αυτή την ηλικία εξαρτάται και από την επιθυμία του ίδιου, αφού προηγουμένως του εξηγήσουμε επακριβώς το τι πρόκειται να συμβεί. Η συμμετοχή και άλλων παιδιών είναι ένα θετικό επιχείρημα για να προτείνουμε στα παιδιά την παρουσία τους.

Ο θάνατος στην προεφηβεία

Για παιδιά 9-13 ετών, δεν τίθεται θέμα παρανόησης. Σε αυτήν την ηλικία γνωρίζουν επακριβώς τι σημαίνει θάνατος. Ο λόγος των ενηλίκων τώρα θα πρέπει να είναι παρηγορητικός και να καταπραΰνει τον πόνο και τον θυμό του παιδιού. Το παιδί πολύ πιθανόν, επίσης, θα βασανισθεί από σκέψεις σχετικές με την ματαιότητα της ύπαρξης και την αδυναμία του ανθρώπου μπροστά στο αναπόφευκτο του θανάτου. Δεν θα πρέπει να απογοητευτούμε, ούτε και να αρνηθούμε την επιθυμία του παιδιού να παραβρεθεί στην κηδεία συνοδεία ενός φίλου του, διότι σε αυτή την φάση ο κύκλος των συνομηλίκων διασφαλίζει πολύ περισσότερο την συναισθηματική ισορροπία του παιδιού.

Τι γίνεται στην περίπτωση μιας αυτοκτονίας;

Ο τρόπος με τον οποίο θα παρουσιασθεί το γεγονός (ως επιλογή του θανούντα ή ως πράξη απελπισίας), θα επηρεάσει και τον τρόπο διαχείρισης του γεγονότος από το παιδί. Θεωρείται προτιμότερη η επιλογή της απλής παράθεσης των γεγονότων και κάποια εξήγηση του τύπου ότι «Πολλές φορές οι άνθρωποι βρίσκονται σε κάποια δύσκολη στιγμή και αναγκάζονται να κάνουν πράγματα που πληγώνουν τους οικείους τους», κ.τ.λ. Ως ιδανικότερη επιλογή προσώπου για να ανακοινωθεί το νέο στο παιδί θεωρείται ο γονέας.

Τέλος, στην περίπτωση ενός θανάτου μετά από μια χρόνια ή ανίατη ασθένεια, το παιδί θα πρέπει εξαρχής να ενημερώνεται και συνεχώς, για την πορεία της νόσου, χωρίς υπερβολές και μόνο από τους γονείς. Η ανακοίνωση της δυσάρεστης εξέλιξης θα πρέπει να γίνει πάλι από τους γονείς. Η καλύτερη συνθήκη είναι να το ανακοινώσει ο ίδιος ο ασθενής, εάν πρόκειται για κάποιον από τους γονείς. Ανάλογα πάντα με την ηλικία του παιδιού χρησιμοποιούμε κατάλληλο λεξιλόγιο και τρόπο έκφρασης.

Πηγή: psychology now

Το φαινόμενο της απάθειας του θεατή



Ήταν 3.15 πμ της 13ης Μαρτίου 1964, όταν μία γυναίκα επέστρεφε από τη δουλειά στο μπαρ της και πάρκαρε το αυτοκίνητό της μπροστά από το σύμπλεγμα κατοικιών στο οποίο έμενε στη Νέα Υόρκη. Βγήκε από το αυτοκίνητό της και κινήθηκε προς την είσοδο του σπιτιού της που απείχε μόλις 30 μέτρα από το πάρκινγκ. Ένας άγνωστος άνδρας εμφανίστηκε πίσω της και άρχισε να την κυνηγάει. Η Catherine Genovese, όπως ήταν το όνομα της νεαρής γυναίκας, άρχισε να τρέχει προς την είσοδο φωνάζοντας για βοήθεια. Ο άνδρας όμως την πρόλαβε λίγο πριν της είσοδο και της κατάφερε δύο μαχαιριές στην πλάτη. Η κοπέλα ούρλιαζε για βοήθεια φωνάζοντας πως την έχουν μαχαιρώσει.
Ένας γείτονας άκουσε τις φωνές, βγήκε στο μπαλκόνι και φώναξε προς τον κακοποιό «Φύγε και άσε ήσυχη την κοπέλα», αναγκάζοντας τον άνδρα να το βάλει στα πόδια, ενώ η Genovese σύρθηκε προς την είσοδό της με όση δύναμη της είχε απομείνει. Λίγα λεπτά αργότερα ο δράστης επέστρεψε στο θύμα του και συνέχισε να της επιτίθεται με μανία. Συνολικά η κοπέλα βασανίστηκε πάνω από 45 λεπτά πριν ένας άλλος γείτονας βγει να δει τι συμβαίνει και καλέσει την αστυνομία και ασθενοφόρο. Η Genovese πέθανε κατά τη μεταφορά της στο νοσοκομείο.
Αυτή η ιστορία θα ήταν μια ιδιαίτερα τραγική ιστορία δολοφονίας μετά ληστείας, αλλά έμεινε στην ιστορία για έναν απλό λόγο. Υπολογίζεται πως πάνω από 30 άτομα άκουσαν την κοπέλα να καλεί σε βοήθεια, αλλά κανένας δεν την βοήθησε ή δεν ειδοποίησε έγκαιρα τις αρχές, με αποτέλεσμα η κοπέλα να βασανιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα και να χάσει τη ζωή της. Η συγκεκριμένη ιστορία έδωσε την αφορμή στους κοινωνικούς ψυχολόγους να δημιουργήσουν μία νέα έννοια: το φαινόμενο του θεατή (bystander effect).
Σύμφωνα με αυτό το φαινόμενο, όσοι περισσότεροι είναι θεατές σε ένα τραγικό γεγονός, τόσο μειώνονται οι πιθανότητες να βοηθήσουν τον συνάνθρωπό τους. Μεγάλες και ιστορικές έρευνες έχουν μελετήσει επανειλημμένα το συγκεκριμένο φαινόμενο και επιπλέον έχει επαναληφθεί και άλλες φορές στην εγκληματολογική ιστορία. Πλέον θεωρείται ως ένα από τα πιο ευρέως εδραιωμένα κοινωνικά φαινόμενα.
Πως είναι όμως δυνατόν να βλέπεις τον συνάνθρωπό σου να υποφέρει και να μην κάνεις τίποτα; Με μια πρώτη σκέψη, μας φαίνεται αδιανόητη η λογική πίσω από αυτό το φαινόμενο. Θα περίμενε κανείς ότι όσο αυξάνονται οι μάρτυρες ενός συνανθρώπου μας που χρειάζεται επειγόντως βοήθεια, τόσο θα έπρεπε να αυξάνεται και η πιθανότητα κάποιος να βοηθήσει ή να καλέσει για βοήθεια τις αρχές. Γιατί η πραγματικότητα διαφέρει τόσο από αυτό που αναμένουμε;

Διάχυση ευθύνης

Ένας βασικός λόγος που ο αυξημένος αριθμός μαρτύρων μιας κακομεταχείρισης δεν αυξάνει την πιθανότητα παρέμβασης είναι αρκετά απλός: η διάχυση της ευθύνης. Όσο περισσότερα άτομα βρίσκονται αντιμέτωπα με μία μεγάλη ευθύνη (π.χ. να καλέσουν την αστυνομία), τόσο μικραίνει η ατομική ευθύνη. Σκεφτείτε το σαν ένα μπουκάλι με νερό το οποίο μοιράζεται η ίδια ποσότητα νερού σε έναν αριθμό ποτηριών. Όσο λιγότερα είναι τα ποτήρια (οι μάρτυρες, στην περίπτωσή μας), τόσο περισσότερο νερό (η ευθύνη) αναλογεί στο κάθε ένα. Με απλά λόγια, όταν υπάρχουν πολλά άτομα σε μια σκηνή εγκλήματος, σκεφτόμαστε ότι κάποιος άλλος θα παρέμβει ή έχει ενημερώσει ήδη τις Αρχές. Πλήθος ερευνών με κοινωνικά πειράματα πάνω στο φαινόμενο του θεατή έχουν δείξει μια σταθερή αρνητική σχέση μεταξύ πιθανότητας παρέμβασης και αριθμού μαρτύρων.
Έπειτα, υπάρχει και το φαινόμενο της μίμησης. Όσο περισσότερα άτομα δεν αντιδρούν σε μια κατάσταση (ενδεχομένως λόγω της διάχυσης ευθύνης που αναφέραμε προηγουμένως) τόσο αυξάνεται η πιθανότητα και εμείς να μην αντιδράσουμε, καθώς σκεφτόμαστε πως για να μην αντιδράσει κανένας, μάλλον το περιστατικό είναι ήσσονος σημασίας. Έτσι, ανακυκλώνεται η απραξία, έως ότου βεβαίως κάποιος κάνει την αρχή και αντιδράσει, αυξάνοντας την εμπλοκή και των υπολοίπων μαρτύρων.

Γνώση του πώς να βοηθήσουμε χωρίς αρνητικές συνέπειες

Μερικές φορές το φαινόμενο του θεατή οφείλεται σε πιο απλές εξηγήσεις. Για παράδειγμα, μία έρευνα του 2013[1] πάνω στο συγκεκριμένο φαινόμενο βρήκε πως σε μερικές περιπτώσεις οι μάρτυρες δεν βοηθούν όχι επειδή δεν θέλουν να βοηθήσουν, αλλά γιατί πολύ απλά δεν ξέρουν πώς να βοηθήσουν χωρίς να κάνουν τα πράγματα χειρότερα για το άτομο που χρειάζεται βοήθεια ή ακόμη και για τους ίδιους (εάν κινδυνεύει και η δική τους ακεραιότητα). Για παράδειγμα, εάν κάποιος ξυλοκοπηθεί άγρια και αφεθεί στο δρόμο λιπόθυμος, μπορεί να μην πλησιάσουμε να βοηθήσουμε γιατί δεν έχουμε γνώση του πώς να προσφέρουμε τις πρώτες βοήθειες, ενώ ταυτόχρονα «παγώνουμε», μήπως και αυτός που επιτέθηκε στο άτομο προσπαθήσει να ξυλοκοπήσει και εμάς.
Βεβαίως όσο πιο «απλή» είναι μια κατάσταση και όσο μικρότερο ρίσκο παίρνουμε προσφέροντας βοήθεια, τόσο πιο πιθανό είναι να βοηθήσουμε. Για να το κατανοήσουμε, στο παράδειγμα του ξυλοδαρμού που ανέφερα παραπάνω ας αντιπαραθέσουμε ένα παράδειγμα όπου κάποιος γλιστράει στο δρόμο και σπάει το χέρι του. Αυτή η κατάσταση είναι πιο απλή και με λιγότερο ρίσκο, καθώς δεν κινδυνεύει ούτε η σωματική μας ακεραιότητα, ούτε άμεσα η ακεραιότητα του ατόμου με τη βοήθεια που θα προσφέρουμε (αρκεί να μην κουνήσουμε απότομα το σπασμένο χέρι!). Βλέπουμε δηλαδή ότι σε τέτοιες περιπτώσεις που δεν περιμένουμε ιδιαίτερες αρνητικές συνέπειες από την εμπλοκή μας με τον συνάνθρωπό μας που χρειάζεται βοήθεια, παρατηρείται αυξημένη πιθανότητα για παροχής βοήθειας.

Ο παράγοντας της κουλτούρας

Οι κοινωνικοί ψυχολόγοι διίστανται πάνω στο ερώτημα εάν η κουλτούρα μας παίζει ρόλο στην εμφάνιση του φαινομένου του θεατή. Υπάρχουν έρευνες που δείχνουν ότι σε όλο τον κόσμο οι άνθρωποι αντιδρούν με τον ίδιο τρόπο σε κάποιον συνάνθρωπό τους που χρειάζεται βοήθεια, εφόσον λάβουμε υπόψη τους παράγοντες που αναφέραμε πιο πάνω. Από την άλλη όμως, κάποιες έρευνες πάνω στο φαινόμενο του θεατή δείχνουν ότι οι πολιτισμικοί παράγοντες όχι μόνο πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση του φαινομένου, αλλά πρέπει να του δίνεται και ιδιαίτερη βαρύτητα. Συγκεκριμένα, μελέτες που λαμβάνουν υπόψη πειράματα που έχουν γίνει σε διαφορετικές κουλτούρες[2] έφτασαν στο συμπέρασμα ότι όσο πιο πολύ επιβραβεύει τον ατομισμό μια κουλτούρα (π.χ. οι δυτικές κουλτούρες σε Ευρώπη και Αμερική) τόσο μικρότερη πιθανότητα υπάρχει για εμπλοκή των μαρτύρων για παροχή βοήθειας σε τυχαία θύματα μιας βίαιης ενέργειας ή κάποιου τυχαίου, κακού συμβάντος. Αντίθετα, σύμφωνα με τις ίδιες μετα-αναλύσεις, οι πιθανότητες αυξάνονται εάν το συμβάν λάβει χώρα σε μια κουλτούρα που επιβραβεύει όχι τον ατομισμό, αλλά το αίσθημα το ανήκειν σε μια κοινότητα.
Επιπλέον, πέραν του πολιτισμικού περιβάλλοντος εντός του οποίου συμβαίνει ένα περιστατικό, σημασία έχει και η ταύτιση της πολιτισμικής, κοινωνικής, φυλετικής ή άλλης ταυτότητας μεταξύ των μαρτύρων και του θύματος. Όσο πιο κοντά αισθάνονται οι μάρτυρες προς το θύμα (π.χ. ανήκουν στην ίδια κοινωνική τάξη, στην ίδια φυλή, στο ίδιο φύλο, εθνικότητα κ.α.) τόσο πιο πιθανό είναι να το βοηθήσουν[3] .

Συμπερασματικά

Το φαινόμενο του θεατή είναι ένα από τα πιο καλά μελετημένα κοινωνικά φαινόμενα, με πλήθος ερευνητικών δεδομένων να υποστηρίζουν την ύπαρξή του σε όλες τις κουλτούρες, ενδεχομένως με διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά στην κάθε μία ξεχωριστά. Το κατά πόσο θα βοηθήσουμε ένα θύμα μιας κακής κατάστασης, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως ο αριθμός των μαρτύρων, η γνώση μας για την σωστή παροχή βοήθειας, η εκτίμηση του κατά πόσο κινδυνεύουμε και εμείς οι ίδιοι εάν παρέχουμε βοήθεια στο θύμα αλλά και τα κοινά κοινωνικά χαρακτηριστικά που μοιραζόμαστε μαζί του. Είναι ένα φαινόμενο που δεν παρουσιάζει απλά επιστημονικό ενδιαφέρον αλλά και ευρύτερο, καθώς επηρεάζει τη συμπεριφορά μας στην καθημερινότητά μας και μπορεί σε μερικές περιπτώσεις να αποδειχθεί κρίσιμο για την παροχή βοήθειας σε έναν συνάνθρωπό μας ο οποίος χρειάζεται επειγόντως βοήθεια. Ας το έχουμε στην άκρη του νου μας λοιπόν, ένα τύχει να βρεθούμε σε μια τέτοια κατάσταση.


Βιβλιογραφία
  1. Aronson, E., Wilson, T., &Akert,R. (2013). Social Psychology (8th ed.). Upper Saddle, New Jersey:Pearson Education Inc. [↩]
  2. Pozzoli, T., Ang, R. P., & Gini, G. (2012). Bystanders’ Reactions to Bullying: A Cross-cultural Analysis of Personal Correlates Among Italian and Singaporean Students. Social Development21(4), 686-703. doi:10.1111/j.1467-9507.2011.00651.x Schwartz, S. H., & Gottlieb, A. (1976). Bystander reactions to a violent theft: Crime in Jerusalem. Journal Of Personality And Social Psychology34(6), 1188-1199. doi:10.1037/0022-3514.34.6.1188 [↩]
  3. Levine, M., & Crowther, S. (2008). The responsive bystander: How social group membership and group size can encourage as well as inhibit bystander intervention. Journal Of Personality And Social Psychology95(6), 1429-1439. doi:10.1037/a0012634 [↩]

Επαγγελματική Εξουθένωση






Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο ακούγεται ο όρος burn out που αντιστοιχεί στην επαγγελματική εξουθένωση του ατόμου. Πολλοί όμως συγχέουν τον όρο επαγγελματική εξουθένωση, που έχει έντονα αρνητικές συνέπειες στο άτομο και το ψυχισμό του, με το επαγγελματικό άγχος ή πίεση που είναι αναμενόμενο να νιώθει ορισμένες φορές ο εργαζόμενος. Σκοπός του συγκεκριμένου άρθρου είναι να αποσαφηνίσει τον όρο επαγγελματική εξουθένωση και να περιγράψει τις αιτίες και τις συνέπειές του, ώστε το άτομο που την έχει υποστεί να μπορέσει να το αντιληφθεί και να προσπαθήσει να την αντιμετωπίσει.

 Ο όρος επαγγελματική εξουθένωση (burn out) εμφανίστηκε για 1η φορά στη βιβλιογραφία το 1974, όταν ο Freudenberger περιέγραψε ένα σύνολο συμπτωμάτων υπερκόπωσης που παρατηρήθηκε σε εθελοντές και επαγγελματίες οι οποίοι παρείχαν υπηρεσίες στο χώρο της ψυχικής υγείας.

Ο Maslach (1982) περιέγραψε την επαγγελματική εξουθένωση ως σύνδρομο σωματικής και ψυχικής εξάντλησης που αναπτύσσεται σε όσους έρχονται σε επαγγελματική σχέση με άλλους ανθρώπους. Ο εργαζόμενος χάνει το ενδιαφέρον και τα θετικά συναισθήματα που είχε προς τους ασθενείς ή πελάτες του, παύει να είναι ικανοποιημένος από την εργασία του και την απόδοσή του και αναπτύσσει μια αρνητική εικόνα για τον εαυτό του.

Πολλές φορές, δημιουργείται σύγχυση μεταξύ του επαγγελματικού άγχους και της επαγγελματικής εξουθένωσης. Όταν γίνεται λόγος για επαγγελματική εξουθένωση είναι χρήσιμο να θυμόμαστε

·         δεν εμφανίζεται ξαφνικά

·         δεν οφείλεται σε κάποιο μεμονωμένο γεγονός που προκαλεί υπερβολικό στρες

·         είναι μια μορφή παρατεταμένου και χρόνιου επαγγελματικού άγχους

·         αποτελεί μια μακροχρόνια διαδικασία που καταλήγει σε αδυναμία προσαρμογής του                            ατόμου

·         θεωρείται το αποτέλεσμα χρόνιου συσσωρευμένου στρες

·         είναι ένας αναποτελεσματικός μηχανισμός άμυνας του ατόμου

Τα επαγγέλματα που σχετίζονται με αυξημένες πιθανότητες για την εμφάνιση επαγγελματικής εξουθένωσης στους εργαζομένους φαίνεται να ανήκουν στις παρακάτω τρεις γενικές κατηγορίες α) όσα επαγγέλματα συνεπάγονται σχέσεις και στενή επαφή με άλλους ανθρώπους β) όσα επαγγέλματα απαιτούν μεγάλη ταχύτητα στη λήψη αποφάσεων γ) όσα επαγγέλματα επιφέρουν σοβαρές οικονομικές, κοινωνικές ή άλλες επιπτώσεις.

Οι αιτίες είναι πολλές και δεν αρκεί η ύπαρξη μόνο μιας για την εκδήλωση της επαγγελματικής εξουθένωσης στον εργαζόμενο. Τις αιτίες μπορούμε να τις διαχωρίσουμε σε δυο βασικές κατηγορίες

1)      Συνθήκες εργασίας όπως υπερβολικός φόρτος εργασίας, απαιτητικό συνεχές ωράριο, άκαμπτη και αυταρχική διοίκηση, χαμηλές οικονομικές απολαβές, ασάφεια στο ρόλο ή στους ρόλους που αναλαμβάνει ο εργαζόμενος, μη συνεργατικό κλίμα ανάμεσα στους συναδέλφους κα έλλειψη ψυχολογικής υποστήριξης

2)      Ατομικοί παράγοντες του εργαζόμενου όπως δυσκολίες στην οικογενειακή κατάσταση, ελλιπές κοινωνικό δίκτυο υποστήριξης, χαμηλά κίνητρα για την επιλογή της εργασίας, έλλειψη προσδοκιών από την εργασία, χαμηλή αυτοεκτίμηση, ο τρόπος  ερμηνείας και αντιμετώπισης των πιεστικών για τον ψυχισμό συνθήκες του εργασιακού περιβάλλοντος.

Οι συνέπειες της επαγγελματικής εξουθένωσης είναι πολλαπλές και διαφορετικές για κάθε εργαζόμενο.

Όσον αφορά στο ίδιο το άτομο, οι  συνέπειες μπορεί να εκφράζονται σωματικά για παράδειγμα πονοκέφαλοι, υπνηλία, ζάλη, κούραση- χαμηλή ενεργητικότητα ψυχολογικά για παράδειγμα αίσθημα αδιεξόδου, απελπισίας και παγίδευσης, ανάπτυξη αρνητικών στάσεων προς τη ζωή, την εργασία και τον εαυτό, αγωνία, άγχος, ένταση, κατάθλιψη και μέσω της συμπεριφοράς για παράδειγμα επιθετικότητα, εκνευρισμός, καταχρήσεις ουσιών.

Όσον αφορά στον εργασιακό χώρο, μπορεί να παρατηρηθεί επιδείνωση των διαπροσωπικών σχέσεων, αποφυγή συνεργατικών σχέσεων, διαμορφώσεις προθέσεων του εργαζόμενου για εγκατάλειψη του χώρου εργασίας για παράδειγμα αυθαίρετες απουσίες.


Γιώτα Λυμπεροπούλου

Ψυχολόγος - Ψυχοθεραπεύτρια


Βιβλιογραφία

Grint K., «The Sociology of Work» , Policy Press, Cambridge , U.K 1991

«Η Ψυχολογία στο Χώρο της Υγείας», Ελληνικά Γράμματα

Μεγαλοοικονόμου Θ., «Το σύνδρομο της ‘κοπώσεως’ στις δομές της Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης», Τετράδια Ψυχιατρικής Νο 59

Παγοροπούλου Α., Κουμπιάς Ε., Γιαβρίμης Π., «Σύνδρομο επαγγελματικής εξουθένωσης: το χρόνιο άγχος των δασκάλων και η μετεξέλιξή του σε επαγγελματική εξουθένωση

Αναγνωστόπουλος Φ., Παπαδάτου Δ., «Παραγοντική σύνθεση και εσωτερική συνοχή του Ερωτηματολογίου Καταγραφής Επαγγελματικής Εξουθένωσης σε δείγμα νοσηλευτριών»,

Ψυχολογικά Θέματα, Τόμος 5, Τεύχος 3, 1992